ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ


Το καλοκαίρι του 2012, στις 10/8, λαμβάνει χώρα ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα τράπεζας στη Νάουσα της Πάρου, όπου ένας ταξιτζής σκοτώνεται στην προσπάθειά του να σταματήσει τους ληστές. Στις 18/8/2012 ο Τ. Θεοφίλου συλλαμβάνεται- απαγάγεται από κλιμάκιο της αντιτρομοκρατικής, ύστερα από «ανώνυμο» τηλεφώνημα που τον υποδείκνυε ως συμμετέχοντα στην ληστεία και μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς. Κατηγορείται αρχικά για απείθεια και αντίσταση κατά της αρχής, ενώ γίνεται βίαιη λήψη του DNA του. Περίπου ένα χρόνο μετά, σε μία περίοδο που το δόγμα μηδενικής ανοχής μεσουρανούσε μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα τρομοκυνηγητού, ξεκινάει η δίκη του. Με μοναδικό και κατασκευασμένο πειστήριο ένα καπέλο, που δε φαινόταν σε καμία φωτογραφία από το χώρο της ληστείας, που προστέθηκε στα πειστήρια της δικογραφίας σε μεταγενέστερο χρόνο από τα υπόλοιπα ευρήματα και στο οποίο «βρέθηκε» το DNA του, χωρίς να αναγνωριστεί από κανένα μάρτυρα και χωρίς να υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο που να τον συνδέει με την υπόθεση, ο Θεοφίλου απαλλάσσεται πρωτόδικα από τις κατηγορίες για την ανθρωποκτονία και τη συμμετοχή στη ΣΠΦ, ενώ καταδικάζεται σε 25ετή φυλάκιση για ληστεία και απλή συνέργεια σε φόνο. Μετά από 5 χρόνια στη φυλακή, η έφεση που ασκήθηκε στην πρωτόδικη απόφαση τον δικαιώνει. Απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες και αφήνεται ελεύθερος στις 7/7/2017.

Όμως πριν καν συμπληρώσει ένα χρόνο ελευθερίας, μετά την περιπέτεια στην οποία τον έμπλεξε η αντιτρομοκρατική, σε συνεργασία με τη δικαστική και την πολιτική εξουσία, ο Τ.Θεοφίλου κινδυνεύει να βρεθεί ξανά κατηγορούμενος και κρατούμενος για την ίδια υπόθεση, καθώς στις 27/3/2018 ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Αγγελής, έκανε αίτηση αναίρεσης κατά της αθωωτικής απόφασης, η οποία θα εκδικαστεί στις 11/5 στην ολομέλεια του Άρειου Πάγου. Μέσα από αυτή την κίνηση, επιδιώκεται η αποκατάσταση του πλήγματος που δέχτηκαν οι μεθοδεύσεις του δικαστικού μηχανισμού του κράτους και της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι ο συγκεκριμένος δικαστικός ήταν μέχρι πριν ένα χρόνο εποπτεύων εισαγγελέας της αντιτρομοκρατική. Μέσα από την υπόθεση του συντρόφου αναδεικνύεται για μια ακόμη φορά το πλαίσιο της κατάστασης εξαίρεσης που εδώ και χρόνια έχει επιβάλλει το κράτος στους από τα κάτω της κοινωνίας, και τηρείται απαρέγκλιτα και από την τωρινή κυβέρνηση, με πιο αιχμηρά παραδείγματα, τον νέο, υπό ψήφιση, σωφρονιστικό και ποινικό κώδικα, τα hot spot- στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου στοιβάζονται χιλιάδες μετανάστες, τις απελάσεις.

Πιο ειδικά, ο «αντιτρομοκρατικός» νόμος (187Α) αποτελεί το κύριο εργαλείο για την περαιτέρω επέκταση της κατάστασης εξαίρεσης που έχει επιβάλλει το κράτος απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους και συγκεκριμένα στους αναρχικούς, με τον οποίο έχουν καταδικαστεί επαναστατικές οργανώσεις όπως ο Ε.Α. και η Σ.Π.Φ.. Η αναρχική πολιτική ταυτότητα και δράση καταλήγουν να αποτελούν πλέον αποδεικτικό στοιχείο για την καταδίκη για «τρομοκρατικές ενέργειες» όπως αναδείχτηκε από την πρόσφατη απόφαση για την υπόθεση των λεγόμενων «ατομικών τρομοκρατών» που δημιουργεί ένα πρωτοφανές νομικό προηγούμενο. Διαπροσωπικές και φιλικές σχέσεις ποινικοποιούνται (υπόθεση Ηριάννας-Περικλή) δικαστικές αποφάσεις και νόμοι αναιρούνται και ερμηνεύονται κατά το δοκούν, τα πάντα προκειμένου  να χτυπηθεί ο «εσωτερικός εχθρός». Και βέβαια σε ευρύτερη κλίμακα, μέσω της υπόθεσης Θεοφίλου, το κράτος στέλνει ένα κατασταλτικό μήνυμα  απέναντι σε όσες και όσους αγωνίζονται, σε αυτούς/ες που παίρνουν θέση στον κοινωνικό και ταξικό πόλεμο, στο ευρύτερο ελευθεριακό κίνημα.  Την εικόνα συμπληρώνουν οι εκκενώσεις  καταλήψεων από τις δυνάμεις καταστολής, οι επιθέσεις φασιστών σε στέκια και καταλήψεις.

Όλα αυτά αποτελούν την μια όψη της στρατηγικής της κρατικής καταστολής, με την άλλη να είναι η λυσσαλέα απόπειρα απονοηματοδότησης των περιεχομένων του πολύμορφου αναρχικού αγώνα. Η λογική που θέτει στο επίκεντρο τη συνύπαρξη, τη συλλογικότητα, τον αγώνα από την απάθεια, και τη μοιρολατρία πρέπει να παταχθεί. Η παθητική δεκτικότητα της επίθεσης πάνω στις ζωές μας πρέπει να εμπεδωθεί σαν κανονικό «φυσικό» κοινωνικό φαινόμενο. Τα μόνα που φαντάζουν να μπορούν να συγκροτήσουν την ατομική και συλλογική συνείδηση, είναι η πίστη στο φύλο, τη φυλή, το έθνος, την πατρίδα, τα αφεντικά. Για το κράτος, λοιπόν, ο Τάσος Θεοφίλου πρέπει να είναι ένοχος, σε μια προσπάθεια να υφανθεί ένας αφηγηματικός και ιδεολογικός καμβάς που θα συσκοτίσει την πραγματικότητα και θα συμπιέσει τις συνθήκες εντός ενός συνολικού κλίματος τρομολαγνείας και άγνοιας ώστε να ξεκλειδωθεί και επεκταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το νομικό του οπλοστάσιο. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσον ένας σύντροφος/μια συντρόφισσα είναι ένοχη ή αθώα με βάση το νομικό/ποινικό οικοδόμημα, μα το ποιος είναι αυτός που θα μιλήσει για τους αγώνες, τις επιλογές μας, τα εργαλεία μας, τους στόχους μας στους υπόλοιπους αποκλεισμένους, καταπιεσμένους πάνω στην κίνηση για την κοινωνική επανάσταση.

Η κυριαρχία θέλει να επιβάλλει τη γλώσσα της. Τη γλώσσα της τάξης και της ασφάλειας, της νομιμότητας, της υποταγής, του αργού καθημερινού θανάτου, της πανταχού παρούσας κρατικής βίας. Μια γλώσσα που αυτό που ξεδιπλώνει καθημερινά είναι η ανηλεής επίθεση πάνω στους ανθρώπους και το φυσικό κόσμο, η φτώχεια, οι θάνατοι, η εκμετάλλευση, η αποξένωση. Ένα παρόν της ολοένα και μεγαλύτερης επέκτασης της εξαθλίωσης με τη γενικευμένη λεηλασία του κοινωνικού πλούτου, τη συντριβή των πρότερων κεκτημένων σε κοινωνικό/εργασιακό επίπεδο, την ολοένα και μεγαλύτερη στρατικοποίηση της διαχείρισης  χιλιάδων από τα κάτω, την εξάπλωση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Ένα παρόν ζοφερό που οδηγεί σε ένα δυστοπικό μέλλον που δεν έχει άλλη προοπτική από όσα βλέπουμε καθημερινά εδώ που ζούμε αλλά και σε όλα τα μέρη του κόσμου. Μονάχα εδώ που ζούμε, το απέραντο νεκροταφείο που λέγεται Μεσόγειος, είναι η άλλη πλευρά των καπιταλιστικών ανταγωνισμών στη Μέση ανατολή, οι χιλιάδες αυτοκτονίες είναι η άλλη πλευρά των προγραμμάτων σταθερότητας και ανάπτυξης. Κράτος και κεφάλαιο έχουν κηρύξει μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που συνεχίζει με ακόμη πιο σκληρούς όρους την αποικιοποίηση του κόσμου, ενός κόσμου που πρέπει να μεσολαβείται και να ρυθμίζεται μονάχα από το κράτος, το κεφάλαιο, οικοδομώντας σχέσεις και ζωές αλλοτριωμένες, εμπορευματοποιημένες, αποξενωμένες.

Οργανικό κομμάτι των αναρχικών/αντιεξουσιαστών είναι η αλληλεγγύη, η επί της  ουσίας υπεράσπιση των συντρόφων μας, των δομών, των επιλογών, των περιεχομένων, της ιστορίας μας. Γιατί από εκεί εκκινούμε ώστε να συγκροτήσουμε τις αγωνιστικές κοινότητες που θα επιτεθούν και θα γκρεμίσουν πολυεπίπεδα την εξουσία. Μιλώντας εμείς οι ίδιοι για τις ζωές μας, τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας. Έτσι, λοιπόν, στο πρόσωπο του κάθε συντρόφου και συντρόφισσας που διώκεται, χτυπιέται ο αγώνας μας, η πάλη  για μια κοινωνία ισότητας και αλληλεγγύης, για την αταξική κοινωνία. Και απέναντι σε αυτή την επίθεση, δεν είμαστε ούτε αθώοι ούτε ένοχοι γιατί δεν αναγνωρίζουμε τον κόσμο του κράτους και του κεφαλαίου, μα πασχίζουμε να τον καταστρέψουμε.

ΝΑ ΣΠΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΤΟΥ ΕΚΦΑΝΣΗ